υπερβολικά /ipɛrvɔˈliːka/ Επίρρημα

English
overly
Ελληνικά
υπερβολικά

Example

  • Οι οδηγίες δεν ήταν **υπερβολικά** περίπλοκες.
  • The instructions were not overly complicated.
  • Εδώ το 'υπερβολικά' λειτουργεί ως άμεσος αντικαταστάτης του 'overly'.