Ιθαγένεια /i.θaˈʝen.d͡zi.a/ Noun
- English
- citizenship
- Ελληνικά
- Ιθαγένεια
Example
- Του χορήγησαν την πλήρη Γαλλική Ιθαγένεια — του καθεστώτος του πολίτη.
- They were granted full French citizenship.
- Το «χορηγώ» (grant) είναι το κλειδί εδώ, όχι απλώς «δίνω».