καφέ /kaˈfe/ Adjective

English
brown
Ελληνικά
καφέ

Example

  • Έχει ζεστά καστανά μάτια.
  • She has warm brown eyes.
  • Στα ελληνικά, το 'καστανό' χρησιμοποιείται συχνά για τα μάτια και τα μαλλιά.