κάπνισμα /ˈkapnizme/ NounEnglishsmokingΕλληνικάκάπνισμαExampleΑπαγορεύεται [το κάπνισμα] (η εισπνοή καπνού / η συνήθεια) σε όλους τους δημόσιους χώρους.Smoking is prohibited in all public areas.Η λέξη 'κάπνισμα' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.