κατάσταση /kataˈstasi/ NounEnglishsituationΕλληνικάκατάστασηExampleΗ οικονομική [κατάσταση] βελτιώνεται αργά.The economic situation is improving slowly.Εδώ το 'κατάσταση' είναι το πιο ουδέτερο.