καθεστώς /kaˈθestos/ Noun

English
regime
Ελληνικά
καθεστώς

Example

  • Η στρατιωτική [καθεστώς] κατέλαβε την εξουσία με ένα ξαφνικό πραξικόπημα.
  • The military regime seized power in a sudden coup.
  • Εδώ το 'καθεστώς' είναι ο κυρίαρχος πολιτικός σχηματισμός.