Κατοικία /kaˈti.ci.a/ NounEnglishresidenceΕλληνικάΚατοικίαExampleΗ έκταση περιλαμβάνει την κύρια [κατοικία] και δύο ξενώνες.The estate includes a main residence and two guest cottages.Η 'κατοικία' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.