ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ / ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ /kaˈtorθoma/ NounEnglishfeatΕλληνικάΚΑΤΟΡΘΩΜΑ / ΣΥΜΜΕΤΟΧΗExampleΗ σήραγγα είναι ένα αξιοσημείωτο [κατόρθωμα] μηχανολογίας.The tunnel is a remarkable feat of engineering.Εδώ τονίζεται η τεχνική δυσκολία.