Σετ / Kit (ως δάνειο) /sɛt/ Noun
- English
- kit
- Ελληνικά
- Σετ / Kit (ως δάνειο)
Example
- Αγόρασε ένα μοντελιστικό [κιτ] αεροπλάνου. (Σετ συναρμολόγησης / Εργαλειοθήκη / Σύνολο)
- She bought a model airplane kit.
- Το 'κιτ' είναι η πιο άμεση και μοντέρνα επιλογή.