κλέφτης /ˈkleftis/ Noun

English
thief
Ελληνικά
κλέφτης

Example

  • Ο κλέφτης (απατεώνας / ληστής / πονηρός) συνελήφθη χθες με το κλεμμένο αυτοκίνητο.
  • The car thief was arrested yesterday.
  • Το 'κλέφτης' καλύπτει από πορτοφολά μέχρι διαρρήκτη.