τεμαχίζω / κόβω /temaˈχizo/ Verb

English
chop
Ελληνικά
τεμαχίζω / κόβω

Example

  • ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ: [Τεμαχίζω] [με το τσεκούρι] (έκοβε) ξύλα για το τζάκι.
  • He was chopping logs for firewood.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο παρατατικός (έκοβε) γιατί η δράση ήταν συνεχής.