Κοτόπουλο (Kopópolo) /koˈtopulo/ Noun

English
chicken
Ελληνικά
Κοτόπουλο (Kopópolo)

Example

  • Κρατούν κοτόπουλα στην αυλή τους.
  • They keep chickens in the back yard.
  • Η εκτροφή είναι συνηθισμένη σε αγροτικές περιοχές.