Κουρασμένος /kuˈrasmenos/ Επίθετο

English
tired
Ελληνικά
Κουρασμένος

Example

  • Νιώθω πολύ [κουρασμένος] (αποκαμωμένος / μπαγιάτικος) μετά την πολλή οδήγηση.
  • I'm feeling very tired after the long drive.
  • Η λέξη 'κουρασμένος' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.