κουρτίνα /kurˈtina/ Noun
- English
- curtain
- Ελληνικά
- κουρτίνα
Example
- Τράβηξε τις [κουρτίνες] για να μπει ο ήλιος. (Υφασμάτινο κάλυμμα παραθύρου / Υφασμάτινο κάλυμμα παραθύρου / Υφασμάτινο κάλυμμα παραθύρου)
- She drew the curtains to block out the sun.
- Το ρήμα «τραβώ» (draw) είναι το μαγνητικό ρήμα εδώ.