Κρέμα /ˈkrema/ Noun

English
cream
Ελληνικά
Κρέμα

Example

  • Οι φράουλες με την **κρέμα** (το πηχτό / η αφράτη μάζα / το λιπαρό) είναι ένα κλασικό καλοκαιρινό γλυκό.
  • Strawberries and cream is a classic summer dessert.
  • Στην Ελλάδα, η κρέμα γάλακτος είναι βασικό συστατικό σε πολλά επιδόρπια.