λείπω /ˈli.po/ Adjective

English
missing
Ελληνικά
λείπω

Example

  • Δεν βρήκα ποτέ το κομμάτι του παζλ που μου [λείπει].
  • I never found the missing piece of the puzzle.
  • Εδώ το 'λείπει' λειτουργεί ως ρήμα, αλλά η έννοια είναι η ίδια.