ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ /liturˈʝia/ Noun
- English
- function
- Ελληνικά
- ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Example
- Η λέσχη εξυπηρετεί μια χρήσιμη **λειτουργία** ως τόπος συνάντησης. (εξυπηρετώ / παρέχω / επιτελώ — της: The club serves a useful function as a meeting place.)
- The club serves a useful function as a meeting place.
- Το 'επιτελώ' είναι πιο επίσημο, το 'εξυπηρετώ' πιο πρακτικό.