λίτρο /liˈtro/ Noun

English
litre
Ελληνικά
λίτρο

Example

  • Το μπουκάλι χωράει ακριβώς ένα **λίτρο** νερό.
  • The bottle holds exactly one litre.
  • Η πιο απλή και άμεση χρήση.