Λογοτεχνικός /lo.ɣo.te.xniˈkos/ Adjective
- English
- literary
- Ελληνικά
- Λογοτεχνικός
Example
- Κυνηγάει πτυχίο στη λογοτεχνική (λογοτεχνική/φιλολογική/γραμματειακή) θεωρία.
- She is pursuing a degree in literary theory.
- Εδώ το 'λογοτεχνική' είναι το πιο φυσικό.