ταχυδρομείο /tɐvðroˈmi.o/ Noun

English
mail
Ελληνικά
ταχυδρομείο

Example

  • Η [Αλληλογραφία] (γράμματα / επιστολές / δέματα) φτάνει στις δέκα κάθε πρωί.
  • The mail arrives at ten every morning.
  • Το 'Αλληλογραφία' είναι ο πιο ουδέτερος όρος.