Μαθηματικά /maθi.ma.tiˈka/ NounEnglishmathematicsΕλληνικάΜαθηματικάExampleΤο πρόγραμμα σπουδών στα Μαθηματικά ανανεώνεται.The school mathematics curriculum is being updated.Χρησιμοποιείται πάντα στον πληθυντικό.