μάχομαι / μάχη /ˈma.xo.me/ Noun

English
fight
Ελληνικά
μάχομαι / μάχη

Example

  • Η οδική μάχη διακόπηκε από την αστυνομία.
  • The street fight was broken up by police.
  • Εδώ η λέξη 'μάχη' είναι πιο δυνατή από το 'διαφωνία'.