μεγάλος /meˈɣalɔs/ AdjectiveEnglishbigΕλληνικάμεγάλοςExampleΕίναι ένας μεγάλος άνθρωπος με καλή καρδιά.He is a big man with a kind heart.Το 'μεγάλος' εδώ τονίζει τον χαρακτήρα, όχι μόνο το σώμα.