μετρητά /metriˈta/ Noun

English
cash
Ελληνικά
μετρητά

Example

  • Πόσα μετρητά έχεις πάνω σου; (ρευστό / χρήματα / χαρτονομίσματα)
  • How much cash do you have on you?
  • Η ερώτηση αφορά την άμεση διαθεσιμότητα.