Μηδέν /miˈðen/ Noun

English
zero
Ελληνικά
Μηδέν

Example

  • Η αντίστροφη μέτρηση έφτασε στο μηδέν και ο πύραυλος εκτοξεύτηκε.
  • The countdown reached zero and the rocket launched.
  • Η χρήση του άρθρου 'το' είναι συχνή όταν αναφερόμαστε στην έννοια.