μήκος /ˈmiːkos/ NounEnglishlengthΕλληνικάμήκοςExampleΜέτρησε το [μήκος] του υφάσματος πριν το κόψεις.Measure the length of the fabric before cutting.Εδώ το 'μήκος' είναι η βασική μέτρηση.