μείγμα /miˈeɣma/ NounEnglishmixtureΕλληνικάμείγμαExampleΤο [μείγμα] (κράμα / ένωση / σύμπλεγμα) του κέικ περιείχε αλεύρι, αυγά και ζάχαρη.The cake batter is a mixture of flour, eggs, and sugar.Εδώ το 'μίγμα' είναι η φυσική ένωση των υλικών.