μοναδικός /mo.na.diˈkos/ Adjective
- English
- sole
- Ελληνικά
- μοναδικός
Example
- Ο μόνος επιζών της συντριβής βρέθηκε χθες. (Ο μοναδικός επιζών / Ο επιζών και μόνο)
- The sole survivor of the crash was found yesterday.
- Το «μόνος» είναι η πιο άμεση μετάφραση για το 'sole' σε αυτή τη χρήση.