Μπελάς / Μπελάδες /beˈlas/ Noun
- English
- trouble
- Ελληνικά
- Μπελάς / Μπελάδες
Example
- Έχουμε **μπελάδες** (ταλαιπωρία / δυσκολία / αναστάτωση) να βρούμε προσωπικό για τη βραδινή βάρδια.
- We have trouble getting staff for the night shift.
- Το «μπελάδες» (πληθυντικός) είναι πιο συχνό για μικροπροβλήματα.