μύλος /miˈlos/ NounEnglishmillΕλληνικάμύλοςExampleΟ παλιός μύλος μετατράπηκε σε διαμερίσματα.The old mill has been converted into apartments.Εδώ το 'μύλος' είναι η πιο φυσική επιλογή.