νοικοκυριό /nikokiriˈo/ Noun

English
household
Ελληνικά
νοικοκυριό

Example

  • Τα περισσότερα νοικοκυριά [νοικοκυριό (οικογενειακή μονάδα/οικογένεια/σπίτι)] διαθέτουν πλέον τουλάχιστον ένα αυτοκίνητο.
  • Most households now own at least one car.
  • Εδώ τονίζεται η οικονομική/καταναλωτική μονάδα.