μεσημβρία /mi.ziˈmβri.a/ Noun

English
noon
Ελληνικά
μεσημβρία

Example

  • Πρέπει να είμαστε εκεί μέχρι το [μεσημέρι].
  • We should be there by noon.
  • Το 'μέχρι' (by) απαιτεί την ακριβή ώρα.