Νοσοκόμος /no.soˈko.mos/ NounEnglishnurseΕλληνικάΝοσοκόμοςExampleΗ [νοσοκόμος] μέτρησε την πίεσή μου.The nurse checked my blood pressure.Το 'νοσοκόμος' χρησιμοποιείται ευρέως και για γυναίκες.