ιδέα /ˈnoʊʃən/ NounEnglishnotionΕλληνικάιδέαExampleΕίχε μια αμυδρή ιδέα (ιδέα / αντίληψη / άποψη) για το τι ήθελε να πετύχει.She had a vague notion of what she wanted to achieve.Εδώ το 'ιδέα' είναι το πιο φυσικό, υποδηλώνοντας κάτι ασαφές.