νύφη /ˈnifi/ Noun

English
bride
Ελληνικά
νύφη

Example

  • Η [νύφη] (Νύφη / Μνεστή / Νεόνυμφη) έλαμπε μέσα στο vintage νυφικό της.
  • The bride looked stunning in her vintage gown.
  • Το 'έλαμπε' δίνει τη ζεστασιά που ταιριάζει στην περίσταση.