όμοια /ˈo.mi.a/ Adjective

English
alike
Ελληνικά
όμοια

Example

  • Η αδερφή μου κι εγώ δεν είμαστε **όμοιες** στην όψη.
  • My sister and I do not look alike.
  • Χρησιμοποιείται η θηλυκή πληθυντική μορφή «όμοιες» για να ταιριάζει με το «αδερφή» και «εγώ» (ως πληθυντικό).