οργάνωση /orɣaˈnosi/ Noun
- English
- organization
- Ελληνικά
- οργάνωση
Example
- Είναι ο πρόεδρος μιας μεγάλης διεθνούς [οργάνωσης] (σύστημα / φορέας / σώμα) — της UNESCO.
- He is the president of a large international organization.
- Η λέξη 'οργάνωση' καλύπτει και το σώμα και τη διαδικασία.