οργανωτικός /orɣanotikós/ Adjective

English
organizational
Ελληνικά
οργανωτικός

Example

  • Η ομάδα αντιμετώπισε αρκετά οργανωτικά εμπόδια (διοικητικά / δομικά / λειτουργικά) — η γραφειοκρατία ήταν ο μεγάλος μας αντίπαλος.
  • The team faced several organizational hurdles.
  • Εδώ τονίζεται η δυσκολία στη ρύθμιση των διαδικασιών.