Ουρανός /uɾaˈnos/ Noun

English
sky
Ελληνικά
Ουρανός

Example

  • Ο [ουρανός] ξάφνιασε και άρχισε να βρέχει.
  • The sky suddenly went dark and it started to rain.
  • Η λέξη 'ουρανός' είναι η πιο κοινή επιλογή.