Πάνω όροφος /ˈpano ˈorofos/ Adverb

English
upstairs
Ελληνικά
Πάνω όροφος

Example

  • Πήγε [Πάνω] να πάρει το παλτό της.
  • She walked upstairs to get her coat.
  • Το 'Πάνω' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.