παραδοσιακός /θrɐðisjoˈnɐl/ Adjective

English
traditional
Ελληνικά
παραδοσιακός

Example

  • Φόρεσαν την [παραδοσιακή (εθιμική/πατροπαράδοτη/εθιμική)] φορεσιά για την τελετή του γάμου.
  • They wore traditional dress for the wedding ceremony.
  • Αναφέρεται στην ενδυμασία που έχει ιστορική συνέχεια.