παρακολούθηση /para.ko.loˈθi.si/ Noun
- English
- surveillance
- Ελληνικά
- παρακολούθηση
Example
- Η αστυνομία κρατά τους υπόπτους υπό συνεχή **παρακολούθηση** (επιτήρηση / εποπτεία / παρατήρηση) — Η αστυνομία τους είχε στο μάτι.
- The police are keeping the suspects under constant surveillance.
- Το 'παρακολούθηση' είναι το πιο συχνό και ουδέτερο.