παραπονιέμαι /para.ponjéme/ Verb

English
complain
Ελληνικά
παραπονιέμαι

Example

  • Δεν «φωνάζει» ποτέ, μα είναι φανερό πως έχει εξαντληθεί.
  • She never complains, but she's obviously exhausted.
  • Χρησιμοποιούμε το «φωνάζω» για έντονη, αλλά όχι επίσημη, διαμαρτυρία.