περισσευούμενος /ɪkˈsɛs/ AdjectiveEnglishexcessΕλληνικάπερισσευούμενοςExampleΗ [περισσευούμενη τροφή] αποθηκεύεται ως λίπος.Excess food is stored as fat.Εδώ το 'περισσευούμενη' είναι πιο φυσικό από το 'υπερβολική'.