ΦΩΝΗ /foˈni/ NounEnglishvoiceΕλληνικάΦΩΝΗExampleΆκουγα [φωνή] από το διπλανό δωμάτιο.I could hear voices in the next room.Η λέξη 'φωνή' είναι η πιο άμεση μετάφραση.