πιάνο /piˈaːno/ NounEnglishpianoΕλληνικάπιάνοExampleΚάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει μελωδίες. (χτυπώ / χτυπήσω)He sat down at the piano and began to play.Το 'παίζω' είναι η μαγνητική λέξη εδώ.