μαϊμού /maˈimu/ NounEnglishmonkeyΕλληνικάμαϊμούExampleΟ [πίθηκος] σκαρφάλωσε στο δέντρο γρήγορα.The monkey climbed the tree quickly.Το 'πίθηκος' είναι ο λόγιος όρος.