πλεονέκτημα /pleonéḵtima/ Noun

English
advantage
Ελληνικά
πλεονέκτημα

Example

  • Τα νέα εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης δίνουν στο startup μας ένα διακριτό [πλεονέκτημα].
  • The new AI tools give our startup a distinct advantage.
  • Εδώ τονίζεται η στρατηγική υπεροχή.