πλήθος /pliˈθos/ Noun

English
crowd
Ελληνικά
πλήθος

Example

  • Προπηλακίστηκε μέσα στο πλήθος (συνάθροισμα / όχλος / μάζα) — Έσπρωξε τον εαυτό του μέσα στο πλήθος.
  • He pushed his way through the crowd.
  • Το «πλήθος» είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.