Υποφέρω /ipoˈfero/ Noun
- English
- suffering
- Ελληνικά
- Υποφέρω
Example
- Ο πόλεμος προκάλεσε ευρεία ταλαιπωρία στους αμάχους πληθυσμούς. [Ο πόνος / Η οδύνη / Το βάσανο] — Ο πόλεμος προκάλεσε ευρεία ταλαιπωρία στους αμάχους πληθυσμούς.
- The war caused widespread suffering among the civilian population.
- Το 'ταλαιπωρία' είναι πιο κοινωνικό, το 'πόνος' πιο προσωπικό.